

Ο σημαντικότερος στόχος της ΑΑΔΕ είναι να βρίσκει χρήματα τα οποία δεν έχουν φορολογηθεί. Η τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης πλέον την βοηθάει ακόμα περισσότερο στον στόχο της. Ποιά είναι τα κριτήρια με τα οποία θα ξεκινήσει έλεγχο στους λογαριασμούς έτσι ώστε να ανακαλύψει την εγκυρότητα των χρημάτων;
Μπλεξίματα με την Εφορία έχουν φορολογούμενοι που έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς στις τράπεζες, καθώς καλούνται να δικαιολογήσουν τα ποσά καταθέσεών τους.
Βασικό κριτήριο ελέγχου αποτελεί η συμφωνία των ποσών των καταθέσεων με τα εισοδήματα που έχουν δηλώσει κατά καιρούς στην Εφορία. Συνεπώς, τα ποσά των καταθέσεών τους πρέπει να προκύπτουν από τα δηλωθέντα εισοδήματα ή από τις πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.
Σε διαφορετική περίπτωση επιβάλλεται φόρος 33% στη διαφορά, προσαυξήσεις από το έτος που διαπιστώθηκε η παράβαση και εισφορά αλληλεγγύης.
Λόγω του νομοθετικού πλαισίου, οι περισσότεροι φορολογούμενοι δεν γνωρίζουν πότε μπορεί να τους καλέσει η Εφορία και να θεωρηθούν φοροφυγάδες για ένα ποσό καταθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό η Διεύθυνση επίλυσης διαφορών της ΑΑΔΕ, με νέα απόφασή της (229/25-4-2023) παρέχει νέες διευκρινίσεις για το καθεστώς ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων.
Επισημαίνεται ότι ο έλεγχος της Εφορίας στις καταθέσεις σε Ελληνικές τράπεζες, μπορεί να γίνει μόνο για πέντε χρόνια πίσω. Ωστόσο, για τις καταθέσεις που βρίσκονται σε τράπεζες του εξωτερικού, ο έλεγχος επεκτείνεται μια δεκαετία πίσω.
Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, κάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία, θεωρείται κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Σε περίπτωση διαπίστωσης προσαύξησης περιουσίας, η προσαύξηση αυτή δεν υπόκειται σε φορολογία, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή αυτής, καθώς επίσης και ότι αυτή είτε έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία, είτε απαλλάσσεται από τον φόρο σύμφωνα με ειδικές διατάξεις.
Αυτά ισχύουν σε οποιαδήποτε προσαύξηση περιουσίας, που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή και αιτία προέλευσης, και ορίζεται ότι ο φορολογούμενος, έχει τη δυνατότητα να αποδείξει την πραγματική πηγή ή την αιτία προέλευσης ή ότι η εν λόγω προσαύξηση φορολογήθηκε ή απαλλάχθηκε νόμιμα.
Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν είναι ικανοποιητικές, η προσαύξηση της περιουσίας χαρακτηρίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο συντελεστής με τον οποίο θα φορολογηθούν είναι τριάντα τρία τοις εκατό (33%). Επίσης, απαιτείται να ελέγχονται και να συνεκτιμώνται και οι τυχόν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.
Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς. Έτσι ώστε να γίνεται προφανές όταν αναλήψεις / καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα.
Περαιτέρω μεταφορές χρημάτων μεταξύ λογαριασμών εξετάζονται μετά την προσκόμιση σχετικών εγγράφων από τον φορολογούμενο.
Ο έλεγχος διερευνά τον λόγο πραγματοποίησης των συγκεκριμένων μεταφορών.
Δεν εξετάζεται ο χρόνος μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης σε οποιονδήποτε λογαριασμό.
Εξετάζεται αν τα αναληφθέντα ποσά καλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσίας ή άλλες δαπάνες.
Αν τα ποσά καλύπτουν τέτοιες δαπάνες, δεν δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσων ή άλλων ποσών.
Σε αυτή την περίπτωση ο έλεγχος μπορεί να αποδείξει ότι οι αναλήψεις δαπανήθηκαν για περιουσία ή άλλες δαπάνες. Τότε δεν θεωρείται εφικτή η επανακατάθεση των ποσών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς.
Ο έλεγχος κρίνει αν πρόκειται για «πρωτογενείς καταθέσεις». Πρωτογενείς καταθέσεις είναι ποσά από άγνωστη ή μη σταθερή πηγή. Δεν προέρχονται από αναλήψεις άλλων τραπεζικών λογαριασμών. Η νομοθεσία δεν απαγορεύει την ανάληψη και επανακατάθεση αποδεδειγμένων ποσών. Δεν προβλέπεται χρονικός περιορισμός στη μετακίνηση χρηματικών κεφαλαίων.
Όταν δεν δικαιολογείται η προσαύξηση περιουσίας, αυτή φορολογείται στη σχετική χρήση. Ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός διαφέρει από τον χρόνο που βρήκε ο έλεγχος.
Δεν υπάρχει προσαύξηση περιουσίας όταν είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού.
Το ποσό εμφανίζεται ως πίστωση στον λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώπου. Η πηγή μπορεί να είναι εισόδημα από κεφάλαιο ή κινητές αξίες. Μπορεί επίσης να είναι εισόδημα Δ’ πηγής, πώληση περιουσίας ή δάνειο. Αυτό ισχύει ακόμη και αν το ποσό δεν δηλώθηκε, παρότι υπήρχε υποχρέωση δήλωσης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις οι πιστώσεις δημιουργούν φορολογική υποχρέωση εισοδήματος. Ο καταλογισμός δεν γίνεται με τις ανωτέρω διατάξεις. Ο καταλογισμός γίνεται με τις εφαρμοστέες διατάξεις των ν.2238/1994 ή ν.4172/2013. Η επιλογή του νόμου εξαρτάται από το είδος του εισοδήματος.
Γενικά, πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να θεωρηθεί εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα. Αυτό ισχύει αν δεν καλύπτεται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του δικαιούχου. Ισχύει επίσης αν δεν καλύπτεται από άλλη τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία. Η πηγή μπορεί να είναι αυτή που επικαλείται ο φορολογούμενος μετά από σχετική κλήση. Η πηγή μπορεί επίσης να εντοπίζεται από τη φορολογική αρχή. Ο εντοπισμός γίνεται στο πλαίσιο των αναγκαίων και εύλογων μέτρων ελέγχου που προβλέπει ο νόμος.
Ο φορολογούμενος οφείλει κατ’ αρχήν, να ανταποκριθεί στην κλήση της ελεγκτικής αρχής να της χορηγήσει τα αναγκαία και εύλογα, ενόψει των συνθηκών, στοιχεία διευκρίνισης και επαρκούς δικαιολόγησης της περιουσιακής του κατάστασης, η οποία προδήλως δεν ανταποκρίνεται σε εκείνη που προκύπτει από τα στοιχεία των φορολογικών του δηλώσεων. Η άρνηση ή η παράλειψη του φορολογούμενου να παράσχει τις παραπάνω πληροφορίες ή η αδυναμία του να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς προς δικαιολόγηση των επίμαχων ποσών λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση από τη φορολογική αρχή των αποδείξεων σε βάρος του.
Ο χαρακτηρισμός μιας πίστωσης σε λογαριασμό στον οποίο συμμετέχει ο ελεγχόμενος ως προερχόμενης ή σχετιζόμενης με ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα εξετάζεται ως πραγματικό γεγονός. Εφόσον αποδειχθεί ότι προέρχεται από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή προσδιορίζεται το είδος της παρασχεθείσας υπηρεσίας και ο λήπτης αυτής ή το πωληθέν αγαθό και ο αγοραστής αυτού, τότε φορολογείται, κατά περίπτωση και υπόκειται σε τυχόν λοιπές φορολογίες (π.χ. ΦΠΑ), εάν δεν έχει ήδη φορολογηθεί.
Στην περίπτωση που ο ελεγχόμενος συμμετέχει σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο (ΟΕ, EE. ΑΕ. ΕΠΕ. IKE), κοινωνία ή κοινοπραξία, και το ποσό που πιστώνεται σε λογαριασμό στον οποίο συμμετέχει το φυσικό πρόσωπο είναι ποσό που αποδεικνύεται ότι αφορά συναλλαγές ή εισόδημα ή περιουσία του νομικού προσώπου ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας, δεν συνιστά προσαύξηση περιουσίας, καθώς είναι γνωστής προέλευσης. Στην περίπτωση αυτή το ποσό δύναται να συνιστά δάνειο (αν τούτο προκύπτει από τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία ή από άλλα στοιχεία), ή ταμειακή διευκόλυνση, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσης, κατά την κρίση του ελέγχου.
Αν αυτό το ποσό επεστράφη στο νομικό πρόσωπο (ή κοινωνία ή κοινοπραξία) πριν από την διενέργεια του ελέγχου, τότε αποτελεί δάνειο ή ταμειακή διευκόλυνση (ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά) για το φυσικό πρόσωπο και η τυχόν απόδοση (υπεραξία) αποτελεί εισόδημα του φυσικού προσώπου εφόσον στο νομικό πρόσωπο επεστράφη μόνο το κεφάλαιο.
Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές πιστώσεις αξιολογούνται σε σχέση με τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, λαμβανομένου υπόψη και του αναλογούντος ΦΠΑ. ανάλογα με την περίπτωση.
>Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος επικαλείται μεν τη λήψη δανείου από ελληνική ή αλλοδαπή επιχείρηση, αλλά δεν υπάρχει σχετικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.