
Στο στόχαστρο της εφορίας, αντιμέτωποι με φορολογικές επιβαρύνσεις, μπορεί να βρεθούν οι φορολογούμενοι που μεταφέρουν χρήματα από κοινό τραπεζικό λογαριασμό σε άλλον κοινό ή ατομικό λογαριασμό, χωρίς να μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν συμβάλει στη δημιουργία του αρχικού υπολοίπου. Το ζήτημα αναδείχθηκε με απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η οποία απέρριψε προσφυγή φορολογούμενου κατά πράξης επιβολής φόρου, κρίνοντας ότι η μεταφορά χρημάτων από οικογενειακό κοινό λογαριασμό σε νέο λογαριασμό του ίδιου και της συζύγου του συνιστούσε άτυπη δωρεά. Για να στοιχειοθετηθεί δωρεά, πρέπει να υπάρχει αύξηση της περιουσίας του λήπτη, αντίστοιχη μείωση της περιουσίας του παρέχοντος και έλλειψη ανταλλάγματος.
Σύμφωνα με την απόφαση, η απλή αναγραφή ενός προσώπου ως συνδικαιούχου σε τραπεζικό λογαριασμό δεν αρκεί για να αποδείξει πραγματική κυριότητα επί των χρημάτων, όταν δεν τεκμηριώνεται η προέλευση και η συμβολή του στη δημιουργία του ποσού. Φορολογικός κίνδυνος εμφανίζεται όταν η κίνηση των χρημάτων δείχνει πραγματική ωφέλεια προσώπου που δεν είχε συμβάλει στη δημιουργία του ποσού ή όταν επιχειρείται παράκαμψη των κανόνων για δωρεές και γονικές παροχές. Είναι σαφές, όπως προκύπτει από την απόφαση, ότι κάθε σημαντική μεταφορά πρέπει να συνοδεύεται από τραπεζικά αποδεικτικά, δήλωση όπου απαιτείται και τεκμηρίωση της προέλευσης των χρημάτων. Έτσι, αποφεύγεται ο χαρακτηρισμός της συναλλαγής ως άτυπης δωρεάς και η επιβολή φόρου από την εφορία.
Τι αφορούσε η υπόθεση
Η υπόθεση της ΔΕΔ 2215/2025 αφορούσε μεταφορά ποσού 240.000 ευρώ από κοινό οικογενειακό λογαριασμό, στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν ο φορολογούμενος, οι γονείς του και η αδελφή του, σε νέο κοινό λογαριασμό του φορολογουμένου με τη σύζυγό του. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι τα 180.000 ευρώ, δηλαδή τα 3/4 του ποσού, αντιστοιχούσαν στους λοιπούς τρεις συνδικαιούχους και συνιστούσαν άτυπη δωρεά προς τον φορολογούμενο. Η ΔΕΔ δέχθηκε ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε δική του ουσιαστική συμμετοχή στην τροφοδότηση του αρχικού λογαριασμού, ούτε ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για οικογενειακές υποχρεώσεις. Αντίθετα, διαπιστώθηκε ότι η περιουσία του αυξήθηκε, αφού απέκτησε έλεγχο του ποσού μέσω νέου λογαριασμού, χωρίς να αποδεικνύεται αντάλλαγμα προς τους λοιπούς συνδικαιούχους.
Η απόφαση δείχνει ότι το να είναι κάποιος απλός συνδικαιούχος αρκεί ως απόδειξη κυριότητας. Ο κοινός λογαριασμός δίνει πράγματι δυνατότητα χρήσης των χρημάτων από κάθε συνδικαιούχο, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη φορολογική αρχή να εξετάσει την πραγματική οικονομική σχέση πίσω από τη συναλλαγή. Ιδίως όταν τα χρήματα μεταφέρονται από ευρύτερο οικογενειακό λογαριασμό σε λογαριασμό όπου έχουν πρόσβαση λιγότερα πρόσωπα, η εφορία μπορεί να ελέγξει αν υπήρξε πραγματική μεταβίβαση περιουσίας.
Σημειώνεται ότι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς προβλέπει ότι όταν συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού που δεν έχει συμβάλει στη δημιουργία του υπολοίπου, αναλαμβάνει ή μεταφέρει χρήματα για προσωπική του χρήση η πράξη μπορεί να θεωρηθεί δωρεά.
Τι ισχύει για την εφορία
Σήμερα, οι δωρεές και γονικές παροχές χρηματικών ποσών προς πρόσωπα της Α΄ κατηγορίας συγγένειας, όπως γονείς, τέκνα, σύζυγοι, παππούδες και εγγόνια, απολαμβάνουν αφορολόγητο όριο 800.000 ευρώ, εφόσον πραγματοποιούνται αποδεδειγμένα μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Αντίθετα, για χρηματικές δωρεές προς πρόσωπα της Β΄ κατηγορίας, όπως μεταξύ αδελφών, ο φόρος είναι 20%, ενώ για πρόσωπα της Γ΄ κατηγορίας 40%.Όσες πραγματοποιούνται με μετρητά φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 10%, χωρίς αφορολόγητο όριο.
Ακόμα:
-Για τις μεταφορές χρημάτων στα παιδιά μέσω IRIS, η ΑΑΔΕ έχει διευκρινίσει ότι η μεταφορά μικρών χρηματικών ποσών για την κάλυψη καθημερινών εξόδων ή δαπανών διαβίωσης, δεν θεωρείται δωρεά. Αυτό ισχύει ιδίως όταν το παιδί είναι προστατευόμενο μέλος, όπως ανήλικο ή φοιτητής έως 25 ετών. Συνεπώς, για τέτοιες μεταφορές δεν απαιτείται η υποβολή δήλωσης δωρεάς στην πλατφόρμα myPROPERTY.
-Για τις διαδοχικές δωρεές, όταν μέσω αυτών φαίνεται να ωφελούνται πρόσωπα που δεν δικαιούνται το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ.η Εφορία εξετάζει τις πραγματικές συνθήκες, τον σκοπό των συναλλαγών και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τους. Αν διαπιστωθεί ότι ο τελικός αποδέκτης είναι πρόσωπο που δεν ανήκει στην Α΄ κατηγορία συγγένειας, όπως αδελφός, και ότι οι συναλλαγές έγιναν με σκοπό την παράκαμψη της φορολογίας, μπορεί να επιβληθεί φόρος δωρεάς 20% χωρίς αφορολόγητο όριο. Μάλιστα, όταν οι διαδοχικές μεταφορές πραγματοποιούνται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδίως έως έξι μήνες, μπορεί να αποτελέσουν ένδειξη για φορολογικό έλεγχο.
-Σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, έλεγχος μπορεί να υπάρξει και όταν χρηματικό ποσό μεταφέρεται σε κοινό λογαριασμό του τέκνου ή του δωρεοδόχου με τρίτο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, κρίσιμο είναι να αποδειχθεί ποιος έκανε πραγματικά χρήση των χρημάτων. Αν προκύπτει ότι το ποσό χρησιμοποιήθηκε από το τέκνο ή τον δωρεοδόχο, δεν τίθεται ζήτημα πρόσθετης φορολόγησης λόγω του τρίτου συνδικαιούχου. Αντίθετα, αν αποδειχθεί ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν από το τρίτο πρόσωπο, η φορολογική αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει δωρεά προς αυτό και να επιβάλει τον αντίστοιχο φόρο.
Στο στόχαστρο του ελεγκτικού μηχανισμού μπαίνουν φέτος 1.080 υποθέσεις γονικών παροχών και δωρεών μεγάλων χρηματικών ποσών προκειμένου να εντοπισθούν περιπτώσεις παράκαμψης του αφορολόγητου των 800.000 ευρώ. Οι έλεγχοι γίνονται με βάση τα στοιχεία που αποστέλλουν οι τράπεζες και σε περίπτωση που η τράπεζα δεν επιβεβαιώσει τη συναλλαγή και ο φορολογούμενος δεν προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, η εφορία δεν αναγνωρίζει το αφορολόγητο και προχωρά στην επιβολή φόρου από το πρώτο ευρώ της χρηματικής γονικής παροχής ή δωρεάς με συντελεστή 10% ή 20% ή 40% ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας.